GUESTBLOG

Ο Παράδεισος των Σινεφίλ

22 Oct , 2016  

Μύρισε φθινόπωρο, λοιπόν, και προσπαθώντας να συμβιβαστούμε στην ιδέα ότι οι διακοπές μας τελείωσαν, μέσα στη μουρμούρα που πρέπει να τα χωρέσουμε πάλι όλα σε ένα πρόγραμμα, έρχεται και η γκρίνια για τη συνεχόμενη βροχή των τελευταίων ημερών. Σύνηθες φαινόμενο για τον Έλληνα, αυτού του είδους η γκρίνια. «Το τσούζει» το χειμώνα, «βράζει ο τόπος» το καλοκαίρι, «δεν ξέρει τι θέλει αυτό το φθινόπωρο, μία κρύο, μία ζέστη, μια βροχή, μια ήλιο». Είχε παλιόκαιρο τη μέρα που σε γνώρισα.. Πρωτοβρόχια είναι αυτά όμως, όπως κάθε χρόνο. Όπως κάθε χρόνο επίσης κάνει ζέστη το καλοκαίρι και κρύο το χειμώνα! Τι πιο λογικό; Άσε τα παράπονα και μη σε κατσουφιάζει ο γκρι ουρανός. Τι να πουν και οι φίλοι μας οι Άγγλοι? Άλλωστε, στον κινηματογράφο η βροχή συμβολίζει συμβατικά την κάθαρση. Κάθε εποχή ξεχωριστή με τις χαρές αλλά και τις παραξενιές της. Εγώ θα το βαριόμουν και το πολύ το καλοκαίρι. Αυτό που κάνουν οι εποχές είναι να αλλάζουν.. Απόλαυσέ το λοιπόν και δε θέλω να ακούω ούτε 45 Σεπτέμβρη, ούτε 150 μέρες για τα Χριστούγεννα. Ζήσε το παρόν σου και μην εξιδανικεύεις το παρελθόν ή το μέλλον σου.

Όχι, όχι δεν είμαστε οι μόνοι που γκρινιάζουμε επί του θέματος. Γείτονα χώρα, εξίσου στην εύκρατη ζώνη αλλά και πάλι. Μου ήρθε στο μυαλό η αγαπημένη σκηνή από το ιταλική ταινία Cinema Paradiso, η οποία μας ξαναφέρνει στο καλοκαίρι και τους γλυκούς του καύσωνες.

13570397_520299728160720_1265995571_o

13524012_520299721494054_408764768_o

Μια ιταλική, συναισθηματική ταινία που ξεφεύγει από το συνηθισμένο κλισέ του τέλειου ρομάντζο θέτοντας παράλληλα ένα νόημα που για μένα όχι μόνο παραλείπεται στις ταινίες αλλά παρουσιάζεται και από την αντίθετη πλευρά. Ο Σαλβατόρε γυρνά στη Σικελία, όπου μεγάλωσε, μετά από 30 χρόνια για την κηδεία του, «μέντορά» του θα λέγαμε, Αλφρέντο με όλες τις αναμνήσεις από το παρελθόν του να ξεπετάγονται μπροστά στα μάτια του δημιουργώντας αντιθέσεις μεταξύ παρόντος και παρελθόντος.

Αναπλάθονται οι συνήθειες και ο τρόπος ζωής της Σικελίας την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο με ένα διάχυτο κριτικό πνεύμα συνοδευόμενο βέβαια από το λεπτό και τρυφερό ιταλικό χιούμορ. Θυμάμαι τον συμφεροντολόγο ιερέα που πέρα από το ότι έχει μετατρέψει την εκκλησία σε βραδινό σινεμά(Σινεμά ο Παράδεισος!) είναι ο μόνος που απολαμβάνει τις ερωτικές σκηνές των ταινιών, που έπειτα κατ’ εντολή του αφαιρούνται καθώς δεν επιτρέπονται στον οίκο του θεού(!), αλλά και επιδιώκει να εκμεταλλευτεί κάθε πιθανότητα οικονομικού κέρδους. Ή και τον τρελό του χωριού που, βρέξει χιονίσει, επιμένει πως η πλατεία του χωριού είναι δική του.

 

Σκηνοθετικά, παρατήρησα τα απροσδόκητα κοντινά πλάνα σε λεπτομέρειες με αγαπημένα τα κοντινά στα χέρια, αλλά και σε αντικείμενα συνηθισμένα, που προσδίδουν χιουμοριστικές νότες σαν το πλεκτό της μητέρας του ήρωα που καθώς προχωρά, ξηλώνεται. Κυρίως μου έχουν αφήσει μια ατμοσφαιρική αίσθηση οι αρμονικές συνδέσεις μεταξύ των σκηνών(π.χ. από το μεταλλικό κουδούνισμα του μπιμπελό στην καμπάνα της εκκλησίας) ταιριασμένες με την μουσική του Ennio Morricone, την οποία ακούω αυτή τη στιγμή, ενώ γράφω, για αυτό και σας δίνω το αντίστοιχο λινκ για τα σάουντρακ που θα σας μεταφέρουν ή θα σας θυμίσουν το κλίμα της ταινίας.

Για μένα η μεγαλύτερη δύναμη της ταινίας πηγάζει από τις κινηματογραφοφιλικές αναφορές, ιδίως μιας εποχής που οι τελευταίες γενιές δεν έχουμε ζήσει. Παλιές ταινίες και γνωστές ασπρόμαυρες σκηνές, ένας κατάμεστος κινηματογράφος όπου πολλοί αναγκάζονται να σταθούν όρθιοι και γενικότερα η δημιουργία μίας κοινωνίας στο εσωτερικό της αίθουσας. Αυτή αντανακλά τα χαρακτηριστικά της ευρύτερης, όπως η διαφορά κοινωνικών τάξεων, ο έρωτας, η εφηβεία αλλά και οι παράλληλες κοινωνικές και τεχνολογικές εξελίξεις με το πέρασμα των χρόνων στο πλευρό της ωρίμανσης όλων των ηρώων. Το κρυφό κόρτε μεταξύ των θαμώνων που βρίσκουν ευκαιρία να ορίσουν θεωρητικά τον κινηματογράφο ως πλατωνικό ραντεβού παρόλο που βρίσκονται σε διαφορετικές παρέες, το «κόκκινο φωτάκι» στο πίσω μέρος της αίθουσας, οι φουντωμένοι έφηβοι στριμωγμένοι στην μπροστινή σειρά ώστε να βρίσκονται όσο πιο κοντά στις ηθοποιούς που ποθούν αντιδρώντας απροσδόκητα στις… προκλητικές, για την εποχή, σκηνές, είναι μερικά μόνο χιουμοριστικά παραδείγματα τέτοιων σχολίων.

Ο φακός της κάμερας περνά στο άλλο μέρος της οθόνης και αναπολεί τον παλιό τρόπο επεξεργασίας και προβολής των φιλμ με όλες τις δυσκολίες και το μεράκι που απαιτούσε. Πώς ο κινηματογράφος αποτελούσε μέρος της μεταπολεμικής ζωής και πώς σταδιακά εξελίχθηκε. Όπως ο ήρωας, ένιωσα να μυούμαι στη μαγεία του κινηματογράφου και να καθρεφτίζεται στην ταινία η αγάπη μου για την ομορφιά του ήχου του μοτέρ και της αύρας των θερινών σινεμά. Εκεί, τα δύο έμπειρα, άγρυπνα μάτια του Αλφρέντο πίσω από την φωτεινή γραμμή του προβολέα και τα γεμάτα περιέργεια και δέος σκανταλιάρικα ματάκια του μικρού αφηγητή συναντιούνται για να ξεκινήσει μία σχέση μίσους και αγάπης.

Ερμηνευτικά όλοι οι ηθοποιοί στέκονται παραπάνω από επάξια στους ρόλους τους, απόλυτα φυσικοί παρά τους συγκεκριμένους τύπους που υποδύονται και τον δραματικό τόνο που πρέπει να εξισορροπήσουν. Με το διψασμένο βλέμμα του μικρού Salvatore Cascio, την εφηβική ανασφάλεια του Marco Leonardi και την ωριμότητα ενός άντρα με επιτυχίες αλλά και αποτυχίες από τον Zak Peren, ο ρόλος του Τότο επανδρώνεται εξαιρετικά ανά ηλικία με αγαπημένους μου τους δύο πρώτους. Δίπλα του έχουμε τον Philippe Noiret ως Αλφρέντο που επιβάλλεται στο προσκήνιο μόνο με τη χροιά της φωνής του, χωρίς να κουράζει αναμειγνύοντας στα λόγια του το χιούμορ και το θυμό.

Όμως, όπως παραδέχεται και ο πρώτος «η ζωή δεν είναι όπως στον κινηματογράφο ,η ζωή είναι πιο δύσκολη». Τα λόγια που ακολούθησαν μίλησαν μέσα μου όπως και σε κάθε άλλο, πιστεύω, νέο. Είναι αυτός που μας προτρέπει να προχωρήσουμε μπροστά, να ανοίξουμε τα φτερά μας, να μη φοβηθούμε να απομακρυνθούμε από όσα έχουμε ήδη χτίσει και αγαπήσει αλλά να εξελιχθούμε στο δικό μας δρόμο. «Δε θέλω να σε ακούω να μιλάς. Θέλω να ακούω να μιλάνε άλλοι για σένα » λέει στον προστατευόμενό του Τότο, μια φράση που με σημάδεψε και καταδεικνύει τις θυσίες και τις αλλαγές που επιφέρουν τα μεγάλα βήματα στη ζωή μας. Μια φράση ρεαλιστική πέρα από τους ρομαντισμούς του «είμαι πάντα εδώ και σ’ αγαπώ», σκληρή αλλά αναγκαία απορρίπτοντας τον ιδεαλιστικό συνδυασμό όλων όσων θέλουμε.

Μικροί νομίζουμε ότι το σπίτι μας, η παραλία μας, η πόλη μας είναι το καλύτερο μέρος να ζει κανείς. «Φύγε αυτός ο τόπος είναι κακός. Όσο ζεις εδώ νομίζεις ότι είσαι το κέντρο του κόσμου. Νομίζεις ότι δεν αλλάζει τίποτα, ποτέ. Έπειτα φεύγεις περνά ένας χρόνος, δύο… κι όταν γυρίζεις, όλα έχουν αλλάξει. Το νήμα έχει κοπεί. Αυτό που ήρθες να βρεις δεν υπάρχει πια. Χάθηκε. Πρέπει να φύγεις μακριά για πολλά πολλά χρόνια..για να ξαναβρείς όταν γυρίσεις τους ανθρώπους σου, τη γη που γεννήθηκες. Μα τώρα, αυτό δε γίνεται. Τώρα είσαι πιο τυφλός κι από μένα». Βέβαια, αυτό δε σημαίνει ντε και καλά να ρίξουμε μαύρη πέτρα πίσω μας σαν τον ήρωα (πόσο μάλλον τώρα τα καλοκαίρια που όλοι τρέχουμε στη δροσερή επαρχεία!), αλλά να αφήσουμε στην άκρη το γνωστό και να ταξιδέψουμε παραπέρα. Εκεί που θα βρούμε ευκαιρίες και νέες δυνατότητες, το έδαφος να δοκιμαστούμε και να προσπαθήσουμε να σταθούμε στα πόδια μας, όσο κι αν αυτό μας πονά επειδή αφήνουμε πιο πίσω κάτι αγαπημένο. Όλα έχουν να κάνουν με τις ανάγκες και τις προτεραιότητές μας. Στην ‘Ιθάκη’ μας, όμως, υπάρχουν οι αξίες μας, τόσο οι ηθικές με τον τρόπο που μας δίδαξαν οι μεγαλύτεροι, όσο και οι αξίες της παιδικής ηλικίας που κάθε ενήλικας χρειάζεται και κάθε νέος παραβλέπει, της αθωότητας και της αγάπης.

Remember:
«Ο καθένας μας ακολουθεί το άστρο του».
«Μην αφήσεις τη νοσταλγία να σε ξεγελάσει»
Μία από τις πιο όμορφες σκηνές τέλους! σε πλημυρίζει συναισθήματα και σου δίνει μια υπόσχεση
«Μπορεί να μην τηρούσε την υπόσχεσή της και αυτό θα τον σκότωνε..με το να περιμένει 99 μέρες είχε ζήσει με την παραίσθηση ότι κι αυτή τον περίμενε» 

By


Comments are closed.